Αφήνετε τα παιδιά σας να πλήττουν;

Οι γενιές του ’60 και του ‘70 έχουμε βιώσει την πλήξη στο πετσί μας, όταν ήμαστε παιδιά. Ιδίως τα καλοκαίρια, όταν το απομεσήμερο οι γονείς επέβαλαν σιωπητήριο σε όλα τα σπίτια και οι δρόμοι καμίνια, ήμασταν φυλακισμένοι στα δωμάτια μας και ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά. «Βρείτε κάτι να κάνετε ήσυχα» μας έλεγαν και ήταν διαταγή. Της Ιφιγένειας Πανέτσου

Η ανία είναι ένα λεπτό θέμα. Σε προκαλεί να κάνεις κάτι αλλά δεν γνωρίζεις ούτε τι ακριβώς, ούτε πώς. Νοιώθεις νευρικότητα και λίγο φόβο. Μοιάζει επικίνδυνο και αιώνιο. Σαν να πρόκειται να σου κατασπαράξει όλο τον χρόνο και να καταλήξεις να περάσεις μια άδεια και κενή νοήματος ημέρα.

Στο τέλος δεν είχαμε άλλη επιλογή.  Φτιάχναμε Legos, χτίζαμε σπίτια με τραπουλόχαρτα, ζωγραφίζαμε, αναγκαζόμαστε να ξεκινήσουμε ένα βιβλίο για να μην τρελαθούμε κοιτάζοντας το ρολόι, παίζαμε φανταστικές ιστορίες και σε λίγη ώρα η βαρεμάρα είχε διαλυθεί σαν ατμός στον πρωινό ήλιο, καθώς εμείς παραδινόμαστε στην έξαψη του παιχνιδιού ή στην πλοκή ενός μυθιστορήματος.

Με τα χρόνια αναγνωρίζω ότι θα ήμουν ένας διαφορετικός άνθρωπος αν δεν είχα ανακαλύψει τους δρόμους διαφυγής από την ανία. Δεν θα είχα μάθει να δοκιμάζω καινούργιες εμπειρίες, δεν θα είχα επιδιώξει να γνωρίσω διαφορετικούς ανθρώπους δεν θα αναζητούσα το νόημα στα πράγματα. Η ανία με δίδαξε ότι ο μόνος τρόπος να την ξεπεράσεις είναι να προχωρήσεις μέσα απ αυτή, μπροστά.

Παρακολούθησα το παιδί μου να περνά περιόδους πλήξης και να παλεύει να δραπετεύσει με τον λιγότερο κόπο. Εκλιπαρώντας για τηλεόραση, Nintendo, computer games και οτιδήποτε θα το γλύτωνε άμεσα από την παγίδα της ανίας. Άλλες φορές άντεχα, άλλες φορές υπέκυπτα από τύψεις που δεν είχε αδέλφια, που πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο και δεν είχε φίλους στην γειτονιά. Άλλες φορές άντεχα και της έλεγα να διαβάσει ένα βιβλίο κι άλλες πάλι την πήγαινα με το αυτοκίνητο στο σπίτι κάποιας συμμαθήτριας.

Παρόλο που γνώριζα μέσα μου ότι η πλήξη αποτελεί μια προσωπική πρόσκληση στην πρόκληση των δικών μας αναγκών και όχι των δασκάλων ή των γονέων, πολλές φορές υπερνικούσε ο φόβος πως το παιδί δεν θα τον βρει αυτόν τον δρόμο.

Δικαίως φοβόμαστε την ανία και τις αρνητικές της συνέπειες. Πολύς χρόνος και χρήμα , καθόλου στόχοι και πλήξη φτιάχνουν θανατηφόρο μείγμα. Στην προσπάθεια μας να σώσουμε τα παιδιά μας, τα γράφουμε στα σπορ και στα ατελείωτα μαθήματα πάσης φύσεως. Τους επιτρέπουμε απίστευτες ώρες παρακολούθησης τηλεόρασης και ενασχόλησης με το PC.

Θα ήθελα να είχα αφήσει το παιδί μου να βαρεθεί τότε που ήταν μικρό ακόμη περισσότερο. Να νοιώσει την βαρεμάρα στο πετσί της σαν σπάνια προωθητική ενέργεια. Να μετανιώσει μόνη της, για τον χρόνο που ξοδεύτηκε στην TV και στις οργανωμένες δραστηριότητες. Γιατί στο τέλος μόνο αυτό έχουμε. Εάν δεν τολμήσουμε  να φανταστούμε κάτι, δεν μπορούμε να το κάνουμε να υπάρξει στην πραγματικότητα της ζωής μας.

Η ζωή είναι αποτέλεσμα αυτών που έχουμε τολμήσει να φανταστούμε. Δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε τη φαντασία στα παιδιά μας. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε  ένα περιβάλλον  όπου η δημιουργικότητα δεν είναι άλλη μια υποχρέωση μέσα σε προκαθορισμένα πλαίσια, αλλά ένα καλοδεχούμενο αποτέλεσμα της επιτυχημένης αντιμετώπισης της πλήξης.

Είναι η διαφορά που έχει να ζωγραφίζεις ενώνοντας τελείες με το να ζωγραφίζεις σ ένα λευκό χαρτί. Στην δεύτερη περίπτωση εσύ ο ίδιος πρέπει να βάλεις την πρώτη τελεία κι αυτό έχει ένα μικρό άγχος για το άγνωστο, γι αυτό που δεν είναι σε ασφαλές πλαίσιο. Έτσι όμως συμβαίνει στην πραγματική ζωή, δεν μπορείς να πας πολύ μακριά ενώνοντας τελείες.

Η πλήξη μπορεί να μας οδηγήσει στους καλύτερους εαυτούς μας

Όταν απαντούμε στην πρόκληση της πλήξης συμβαίνει κάτι μαγικό. Γεννιέται πάθος, Αναπτύσσονται ενδιαφέροντα. Το εσωτερικό απόθεμα δημιουργικής ενέργειας ενεργοποιείται – η ίδια πηγή που αργότερα μας οδηγεί σε μια ζωή με νόημα και ενδιαφέροντα.

Χωρίς αυτή την εσωτερική πηγή, η ανία μπορεί να σπρώξει τα παιδιά σε αυτοκαταστροφικές πράξεις, τυχαίες επιλογές που τους ξοδεύουν τη ζωή ή σε μια βαρεμάρα διαρκείας από την απουσία επαφής με την δική τους εσωτερική  πηγή ενέργειας.

Εάν σωπάσουμε και αφουγκραστούμε για λίγο, μπορεί ν ακούσουμε το κάλεσμα πίσω από την πλήξη. Με την εξάσκηση μπορεί να αποκτήσουμε την απαραίτητη φαντασία ώστε να υψωθούμε από την κενότητα και να απαντήσουμε.

*Το άρθρο αυτό βασίστηκε σε ένα ανάλογο άρθρο της Nancy Blakey που κάπου, κάποτε είχα διαβάσει. Η  Nancy Blakey είναι Αμερικανίδα συγγραφέας και έχει τέσσερα παιδιά.

iphigeneiapanetsou.wordpress.com

Advertisements
Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Το συνδρομο της ελληνικης οικογενειακης πολυκατοικιας

Ακούω συχνά στην αίθουσα των ψυχοθεραπευτικών συνεδριών: « είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια…».

Εννοώντας έχουμε μια «πολύ καλή» οικογένεια. Η υπενθύμιση: «Είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια» κρύβει την διευκρίνιση-απειλή:

«Κανένας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος – ώριμος να αποχωριστεί κανέναν». Όσο πιο αδύναμα καθιστούν οι γονείς τα μικρότερα ηλικιακά μέλη της οικογένειας, τόσο πιο «δεμένη» και «καλή», την αντιλαμβάνονται.

Στην σημερινή Ελλάδα, οι γονείς της «καλής» οικογένειας διατηρούν τρόπους εκπαίδευσης και συμπεριφοράς που ευνουχίζουν την συναισθηματική ωριμότητα των παιδιών. Μέσα στο πλαίσιο της υπερβολικής προστασίας και προσφοράς, αρνούνται να τα αφήσουν να εξελιχθούν και να αναλάβουν τον εαυτό τους.

Η αυτονόμηση αποκλείεται ως δυνατότητα.

Γεμάτη η Ελλάδα από «δεμένες» οικογένειες, από «παιδιά» 20, 30, 40, 50 και άνω χρονών που συμβιώνουν συναισθηματικά και κυριολεκτικά -σε κάποιο διαμέρισμα της ίδιας, ιδιόκτητης πολυκατοικίας, με κάτοχο την οικογένεια καταγωγής τους.

«Παιδιά» που αρνούνται να σχετισθούν αυθεντικά με τους γονείς τους, επιλέγοντας την υποκριτική δοσοληψία υλικών αγαθών, ως προκάλυμμα της σιωπηλής & άρρητης συμφωνίας του αμοιβαίου ψυχικού βολέματος.

Νέοι που αρνούνται να γίνουν υγιείς ενήλικες, προτάσσοντας την ενοχή -μήπως με την διεκδίκηση της ελευθερίας τους βλάψουν τους «καλούς» τους γονείς- ως άλλοθι και προκάλυμμα φόβου.

Επιλέγουν μια από τις δύο εκδοχές του δίπολου της συναισθηματικής ανωριμότητας –την υποταγή ή την αναρχία- διστάζοντας ψυχικά να αυτενεργήσουν μπρος τον κίνδυνο της υπαρξιακής μοναξιάς.

Συνήθως, προέχουν αξιολογικά οι ανάγκες της ελληνίδας μητέρας, που δεν καλύπτονται από την συναισθηματική παρουσία του πατέρα – συζύγου.

Οι μητέρες αρνούμενες να εγκαταλειφθούν από το παιδί, επειδή το επιλέγουν ως συναισθηματικό σύντροφο, προβάλλουν σε κείνο την δική τους υποσυνείδητη –ή ενσυνείδητη- επιθυμία ως ανάγκη του παιδιού, ενώ το δικό τους αίτημα το βαφτίζουν «αγάπη»: 
«Μας έχει ανάγκη βλέπεις, μας λατρεύει το παιδί .Δεν θέλει να φύγει από κοντά μας».

Πώς όμως ένα παιδί που έμαθε να επιλέγει ως «φίλο» τον πατέρα ή την μητέρα του μπορεί να αποφασίσει να αποχτήσει εραστή και σύντροφο όταν έρθει η εποχή γι’ αυτό;…

Έτσι, τα παιδιά επιλέγουν να συμβιώνουν με τους γονείς, κυριολεκτικά ή συναισθηματικά, μέχρι ιδιαίτερα μεγάλες ηλικίες. Ακόμα κι όταν αποκτούν σύζυγο, σχεδόν ποτέ δεν απεκδύονται της συναισθηματικής τους εξάρτησης από την οικογένεια της καταγωγής τους, ώστε να επενδύσουν στην καινούργια.

Μέσα από την ανεπίγνωστή τους προσπάθεια να βιώσουν συναισθηματικά την ασφάλεια της αγάπης, οι γονείς διεκδικούν από τα παιδιά τους να γίνουν «σύντροφοι» του πατέρα ή της μητέρας, «θεραπευτές» της οικογένειας, «αποδιοπομπαίοι τράγοι» της, ή καλούνται να βάλουν σε τάξη την «οικογενειακή αταξία». Ανώριμοι δηλαδή συναισθηματικά γονείς ψάχνουν ενήλικους – αλλά συναισθηματικά παιδιά- για να τους «νταντέψουν».

Με τον παραπάνω τρόπο, δυστυχισμένοι και ανώριμοι γονείς κατασκευάζουν δυστυχισμένα και ανώριμα παιδιά, που, με την σειρά τους, -αν δεν σπάσουν την αλυσίδα- αναπαράγουν με τα δικά τους παιδιά τον κύκλο του εγκλεισμού στην ανωριμότητα.

Υπάρχει βλέπετε ο κίνδυνος να ωριμάσουν ψυχικά –αμφότεροι- όταν οι νέοι αποφασίσουν να αποκαθηλώσουν τους εξιδανικευμένους γονείς τους -και μαζί με τους «απυρόβλητους» γονείς τους, την αντίστοιχη θέση που έχει μέσα τους η παιδική τους ηλικία ως άπαρτο φρούριο αέναης και ακατάρριπτης ανεμελιάς – ανωριμότητας.

Αμφισβητώντας την αδηφάγα -καταλυτική της ελευθερίας και ψυχικής ισορροπίας τους- σχέση που έχουν με τους «καημένους» τους γονείς τους.

Γονείς που πνιγμένοι, από πάντα, πριν καν γίνουν γονείς, μέσα στην ανεπίγνωστή τους υπαρξιακή ραθυμία και αδιέξοδο, αδυνατούν να τοποθετηθούν αυτόνομα στην προσωπική τους ζωή αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ψυχικής τους τεμπελιάς κι απραξίας, της φοβικής τους στάσης απέναντι στην ατομική τους ζωή κι ελευθερία.

Μεταθέτουν ασυνείδητα την –πολύ πιο επώδυνη- διαδικασία αναζήτησης προσωπικού νοήματος στην υποκατάστατη ανάγκη για υπερ-έλεγχο των δεκτικών παιδιών τους.

Γονείς –και παιδιά- που αρνούμενοι να μεγαλώσουν, τελικά αποποιούνται το δυναμικό τους που η ψυχή τους, στην υγιή της κατάσταση, τους επιτάσσει: 

Οι γονείς, πληρωμένοι υγιώς από τον γονεϊκό τους ρόλο να τον εναλλάσσουν λειτουργικά με αυτό των συζύγων, και τα παιδιά, χορτασμένα από την υγιή –όχι καταναγκαστική- γονεϊκή φροντίδα, να αναγνωρίζουν το δικαίωμά τους να επιλέγουν την αυτονόμησή τους ως δυνατότητα ενηλικίωσης και προόδου.

 

«Το Ψυχοθεραπευτικό Ταξίδι», του ψυχολόγου Δρ. Γρηγόρη Βασιλειάδη

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Μεγαλωνουμε με τους αποχωρισμους

1
Γιατί οι ψυχολογικοί αποχωρισμοί της παιδικής ηλικίας είναι οι αποσκευές για το ταξίδι στην ενήλικη ζωή; Πως και γιατί να βοηθήσουμε τα παιδιά να επιτύχουν την αυτονομία τους; Ο Τρύφωνας Ζαχαριάδης, συγγραφέας–ψυχαναλυτικός θεραπευτής,  απαντά στην ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Κατερίνα Μαγγανά.
Η ανθρώπινη ανάγκη για συντροφικότητα και οι αναπόφευκτοι αποχωρισμοί που θα συναντήσουμε στην πορεία της ζωής είναι από τους ισχυρότερους πόλους της ύπαρξης μας. Η πρόσφατη κυκλοφορία του εξαιρετικά ενδιαφέροντος βιβλίου «Συντροφικότητα – Αποχωρισμός» του Τρ. Ζαχαριάδη (εκδόσεις Αρμός), μας έδωσε την αφορμή να κάνουμε μια ουσιαστική συζήτηση για τα μεγάλα αυτά θέματα της ζωής μας.
Κ.Μαγγανά: «Η συντροφικότητα και ο αποχωρισμός χρήζουν παιδείας», μια φράση εμβληματική στο κείμενό σας. Για ποια παιδεία μιλάμε;
Τρ.Ζαχαριάδης:   Εκείνη που έχει σχέση με τη συναισθηματική εκπαίδευση ενός παιδιού. Ο ικανός γονιός πετυχαίνει το στόχο του όταν διευκολύνει το παιδί να αποχωρίζεται βρεφικές ανάγκες, συμπεριφορές πρώιμων παιδικών χρόνων και αισθηματικές συναλλαγές που συντηρούν και κατοχυρώνουν στη ζωή του την παντοδυναμία της γονικής φιγούρας. Η συντροφική σχέση με το παιδί εννοείται προσφέρει ικανοποίηση και στις δύο πλευρές. Ως γονείς όμως δεν γίνεται να τα μεγαλώνουμε ελπίζοντας ότι θα μας συντροφεύουν για πάντα. Δεν είναι δυνατόν να είμαστε λαθρεπιβάτες στη ζωή και τα όνειρά τους. Είναι τραγικό να νιώθουμε ικανοποίηση όταν κάθε φορά που δοκιμάζουν να απελευθερωθούν από εμάς αισθάνονται ότι μας προδίδουν και ενοχοποιούν την ανάγκη τους για αυτονόμηση.
Κ.Μαγγανά:  Εντοπίζετε λεκτικά στο βιβλίο την πηγή του αισθήματος της ενοχής στην αυτονόμηση, πως δηλαδή αρκετά παιδιά που επιτυγχάνουν την αυτονομία τους αναπτύσσουν ταυτόχρονα ενοχές απέναντι στους γονείς.
 Τρ.Ζαχαριάδης:   Η επιτυχία της διαδρομής ενός ανθρώπου διεκπεραιώνεται σε ένα, κατά την άποψή μου, οικουμενικό τραύμα: τις επιθυμίες των γονιών του. Είτε θέλει είτε όχι θέτει ως στόχο του την ικανοποίηση ή το ξεπέρασμά τους. Με βάση τις επιλογές που έχει ή θα εφαρμόσει τις επιθυμίες τους και θα πάρει το «πιστοποιητικό του καλού παιδιού», ώστε να μη λειτουργεί ενοχικά, ή θα πράξει εκείνο που ταιριάζει περισσότερο στα δικά του θέλω. Αν υπάρχει υπερβολικό οικογενειακό «δέσιμο», η επιλογή των «θέλω» του, ασυνείδητα, μπορεί να γεννήσει στο ίδιο το παιδί αίσθημα της αδικαιολόγητης «κακότητας» του προς την πλευρά των γονιών. Έτσι ξεκινά η αναπηρία ενός ανθρώπου που έχει πειστεί ότι αν «δεν διαφωνεί» θα τον «αγαπούν». Κυρίως, η ισορροπημένη διαχείριση αυτού του ψυχικού υλικού από τους γονείς, στα πρώιμα χρόνια των παιδιών, μπορεί να τα απαλλάξει από τις ενήλικες ενοχές τους και την αφόρητη δυσθυμία τους.
Κ.Μαγγανά: Αυτή η δυσθυμία προβάλλεται κυρίως στο εξωτερικό περιβάλλον, φταίνε πάντα οι άλλοι.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Φυσικά και γι’ αυτό όταν φτάσει αυτός ο άνθρωπος να επιλέξει σύντροφο, προβάλλει αυτές τις γονικές εκκρεμότητες στο σύντροφό του. Η φαντασίωση ενισχύει την προσδοκία ότι οι εκκρεμότητες του παρελθόντος με τους γονείς θα επιλυθούν με τους νέους συντρόφους στο «εδώ και τώρα». Συχνά οι ματαιώσεις και τα παράπονα μας οδηγούν στον αποχωρισμό από τα άτομα στα οποία επενδύσαμε, όχι γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που θα θέλαμε να γίνουν και δεν έγιναν. Με το ίδιο σχεσιακό μοτίβο σχετιζόμαστε στη σεξουαλική μας συμπεριφορά, στο εργασιακό πεδίο, στη σχέση μας με το κράτος ή στην επαφή με τους φίλους και, απ’ ό,τι φαίνεται και με τα παιδιά μας.
Κ.Μαγγανά: Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να εκπαιδεύσουν έτσι το παιδί τους, γιατί και οι ίδιοι δυσφορούν σε αυτές τις ψυχικές και ηλικιακές μετατοπίσεις. Και το να μη «μεγαλώνει» το παιδί σημαίνει ότι ξεγελούν τις δικές τους αναπόφευκτες αλλαγές.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Έχετε δίκιο. Βέβαια η αίσθηση ότι μέσω των παιδιών μας νικάμε συμβολικά το θάνατο είναι ελκυστική, με την έννοια ότι αυτά αποτελούν συνέχεια της ζωής μας. Η φυσιολογική ανωριμότητα ενός παιδιού δεν κάνει κακό σε κανέναν. Αντίθετα, η συναισθηματική ανωριμότητα του γονιού κάνει κακό και στο παιδί και στις ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Ανώριμοι γονείς μεγαλώνουν ανώριμα παιδιά, που ενισχύουν ως αυριανοί ενήλικες την ανώριμη κοινωνική συμπεριφορά. Κατανοώ ότι από φόβο ή ευχαρίστηση, προσπαθούμε να χωρέσουμε στη ζωή μας όσο πιο πολλή συντροφικότητα χωράει. Την ποιότητά της όμως καθορίζει ο φόβος αποχωρισμού. Το «δέσιμο» των παιδιών στις ανάγκες μας δεν είναι ούτε προσφορά, ούτε αγάπη προς αυτά. Προδίδει τον εγωισμό μας και τις λανθασμένες προσεγγίσεις μας.
Κ.Μαγγανά: Συχνά ακούμε στις θεραπείες ότι οι γονείς δεν μπόρεσαν να κάνουν τα παιδιά τους αυτόνομους ενήλικες, κάνοντας τον κόσμο να φαίνεται απειλητικός.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Ναι, γιατί όσο πιο απειλητικός μοιάζει ο εξωτερικός κόσμος τόσο μεγαλύτερη η συσπείρωση στον οικογενειακό θύλακα. Για να μην τα μπλέξουμε, δεν αναφέρομαι στην οικογενειακή συνοχή, ασφάλεια και εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητες, αλλά στην υπερβολική και νοσηρή εξάρτηση, που μεταφράζεται σε υπερπροστασία και κυριαρχία. Οι εξαρτήσεις αυτών των παιδιών, με στατιστικά δεδομένα, μπορεί αργότερα να τα οδηγήσουν ν’ αναζητήσουν υποκατάστατα σε ουσίες, τζόγο, αλκοόλ, ή να δημιουργήσουν σχέσεις υποταγής με πρόσωπα και καταστάσεις ιδιόρρυθμες, ή να υποστηρίξουν ιδεολογήματα που υποτίθεται ότι ενισχύουν αυτό το «δέσιμο» και τη «συνοχή».
Κ.Μαγγανά: Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στο βίωμα της εγκατάλειψης που νιώθει ένας ενήλικος σε αλλαγές, όπως π.χ. η απόκτηση ενός παιδιού που κάνει τον πατέρα να νιώθει εγκατάλειψη από τη σύντροφό τους.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Πολύ συχνά οι άνθρωποι με ανεπεξέργαστες εκκρεμότητες από τη δική τους παιδική ηλικία, το φυσιολογικό το βιώνουν ως δυσφορική εξέλιξη, όπως στο παράδειγμα που αναφέρατε. Το αίσθημα της εγκατάλειψης τους καθηλώνει ψυχικά στα τραύματα της παιδικής τους ζωής κι ας βρίσκονται πια σε ενήλικη περίοδο. Αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι ένα παιδί γίνεται βιωματικά ένα παραδεκτό ή ένα απαράδεκτο κομμάτι του εαυτού των γονιών του. Επομένως, κάθε φορά που ως ενήλικος χρειάζεται να «αλλάξει» κάτι στη διαδρομή του, επιστρέφει στο «παιχνίδι» που έχει σχέση με το «με αποδέχονται ή με απορρίπτουν, με εγκαταλείπουν ή με αγαπούν και με φροντίζουν». Υπάρχουν δύο μορφές εγκατάλειψης. Η μία είναι σχετική με την απόρριψη μας από τους άλλους και η άλλη με την απόρριψη που πραγματοποιούμε εμείς στον εαυτό μας. Ιδιαίτερα η τελευταία μας οδηγεί αρκετές φορές να ζούμε μέχρι τέλους το «δράμα» μας.
Κ.Μαγγανά: Κομμάτι της ενηλικίωσης είναι και οι φάσεις των αποχωρισμών: η μητέρα θα πρέπει ν’ αφήσει για λίγο το παιδί για να συναντηθεί με τον εραστή-σύζυγο, όπως και το παιδί θα πρέπει να νιώθει ικανό να «εγκαταλείψει» τους γονείς, για να στραφεί σε άλλους.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Το σχόλιό σας με παραπέμπει στα αυτονόητα. Να αγαπήσουμε και άλλα άτομα εκτός από τους γονείς. Να επιλέξουμε ένα σύντροφο εκτός από τη μητέρα και τον πατέρα. Πιο απλά, να εμπιστευθούμε τους ανθρώπους. Για να συμβεί όμως αυτό, χρειάζεται να αντέξουμε τους αποχωρισμούς. Οι ψυχολογικοί αποχωρισμοί της παιδικής ηλικίας είναι οι …αποσκευές για το ταξίδι μιας καλής συντροφικότητας στην ενήλικη ζωή. Οι μόνοι που μπορούν να διευκολύνουν αυτούς τους αποχωρισμούς είναι οι γονείς, ή οι φροντιστές της παιδικής ηλικίας.
Κ.Μαγγανά: Γράφετε για την αυτοφροντίδα, μια λειτουργία απαραίτητη για την επίτευξη ουσιαστικής συντροφικότητας στην ενήλικη ζωή.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Αν δεν αυτοφροντίζομαι σημαίνει ότι θα εξαρτηθώ από κάποιον άλλο. Η δύναμη των άλλων στηρίζεται στην αδυναμίας μας. Η έννοια της φροντίδας του εαυτού μαθαίνεται και αυτή από τη βρεφική ηλικία. Βλέπω συχνά φροντιστές παιδιών να μην τα αφήνουν να φάνε μόνα τους επειδή φοβούνται μήπως λερωθούν ή μήπως καταστρέψουν το χαλί. Αν τα έχεις όλα έτοιμα σε ένα παιδί, δεν υπάρχει κίνητρο για να πάει πιο πέρα. Το ελλείπον στη ζωή μας, στη σωστή ποσότητα και ποιότητα, είναι αυτό που μας κινητοποιεί. Επειδή δε νιώθουμε ότι έχουμε καλυφθεί, κινητοποιούμε τη δημιουργική κατεύθυνση διεκδικώντας και κάτι ακόμα. Αυτό το ελλείπον ξεκινά από τους πρώτους μήνες της ζωής μας, από τη σχέση μας με τη μητέρα, αλλά και από το περιβάλλον. Αν μας επιτραπεί λοιπόν να επεξεργαστούμε αυτό που λείπει ως ωφέλιμο υλικό και όχι ως υλικό θυμού (γιατί δεν μου έδωσες, γιατί με άφησες, γιατί δεν με προσέχεις κ.λπ.) τότε κερδίζεται το παιχνίδι της αυτονόμησης. Διαφορετικά μπαίνουμε συνέχεια στο ρόλο του προδότη ή του προδομένου. Συχνά αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχει σχέση με τους γύρω, αλλά ότι είναι ένα εσωτερικό παιχνίδι του εαυτού μας, άλλοτε ως θύτη και άλλοτε ως θύματος.Όταν αυτές οι λειτουργίες έχουν πάει σχετικά καλά, τότε μπορούμε να κάνουμε χώρο και για τον άλλο μέσα μας.
Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να αγαπηθούμε είναι η μεγαλύτερη επιθυμία μας. Αυτό που δεν εξετάζουμε είναι αν είμαστε εμείς ικανοί να αγαπήσουμε. Ο «χώρος» για τον οποίο κουβεντιάζουμε έχει σχέση με αυτή την ικανότητα και με τη διερεύνηση αν διαθέτουμε την ψυχική παιδεία, ώστε όχι μόνο να πάρουμε από τον άλλο, αλλά και να του δώσουμε. Όχι για να τον δεσμεύσουμε ώστε να μας δίνει με το ζόρι, αλλά γιατί αληθινά θέλουμε να αλληλεπιδράσουμε συναισθηματικά μαζί του. Πρόκειται για έναν ενήλικο συναγελασμό, όχι πια από τη θέση του παιδικού ρόλου και της ανευθυνότητα. Αυτή η παιδεία, όπως και όλα όσα συζητήσαμε σήμερα, πηγάζουν από την περίφημη συναισθηματική εκπαίδευση της πρώτης οικογένειας.
Κ.Μαγγανά: Κάνουμε νέες ιστορίες με ρίζες σε παλιά υλικά. Υπάρχει πάντως κάτι σε αυτή την κρίση που μας καθηλώνει, αναδεικνύοντας μια δυσκολία μας στους αποχωρισμούς.
Τρ.Ζαχαριάδης:   Ιστορικά, ως λαός που έχει υποστεί τα πάνδεινα, έχουμε λόγους να ενισχύουμε την εθνική εσωστρέφεια και να είμαστε αρνητικοί και καχύποπτοι σε ιδιόρρυθμους συνεργατισμούς. Η καθήλωση μας έχει σχέση και με αυτό. Η διαφοροποίηση, η αλλαγή και η μετάβαση όμως μοιάζει να είναι τραυματική για τον Έλληνα. Η «οδύνη του τοκετού» ξεπερνά τους εννέα μήνες! Κάποιες φορές χρειάζονται και αιώνες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Δυσκολευόμαστε να πάμε πιο πέρα, να κλείσουν οι «κύκλοι του χθες». Η ελληνική κοινωνία απηχεί τη συναισθηματική ανωριμότητα των μελών της από την πρώτη τους εκπαίδευση στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κρατική εξουσία, μια άλλη «δύστροπη μητέρα», μας υποπτεύεται κι εμείς της το ανταποδίδουμε. Ίσως είναι καιρός να ξαναδιαβάσουμε τις ζωές μας μέσα από μια διαφορετική ματιά!
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΜΟΝΙΑ, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2015
Ο Τρ.Ζαχαριάδης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Σύγχρονης Παιδαγωγικής
Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Η δύναμη της μίμησης

14855714005_c0e423abeb_b

Το παιδί ενός γονιού που είναι κάτοχος μυστικών έρχεται συνεχώς αντιμέτωπο με παράξενες και επαναλαμβανόμενες χειρονομίες , στάσεις και εκφράσεις ή λέξεις. Ενίοτε τις αναπαράγει και νιώθει τα συναισθήματα που μεταφέρουν χωρίς να καταλαβαίνει τη σημασία τους. Αποκτά λοιπόν συνήθειες στον τρόπο που σκέφτεται και συνάπτει σχέσεις που μπορούν να καθορίσουν ολόκληρη τη ζωή του. Μπορεί επίσης να αναπτύξει επιλεκτική προτίμηση, ή αντιθέτως απέχθεια, γι΄αυτό που απορροφά και ταλανίζει τον γονιό του. Εφόσον το μυστικό που κρύβει ο γονιός είναι ιδιαιτέρως επώδυνο , το παιδί γίνεται ανίσχυρος μάρτυρας στον πόνο του. Ο τραυματισμένος γονιός μεταδίδει άθελά του  την εξοικείωση με τον μόνιμο κίνδυνο και βυθίζει τα παιδιά του σε μία ατμόσφαιρα αγωνίας που ευνοεί την υιοθέτηση μορφών δεσίματος με γνώρισμα την ανασφάλεια. Τέλος, ορισμένα παιδιά επιχειρούν να φανταστούν τις απαντήσεις στα ερωτήματα που τους απαγορεύουμε να θέσουν και κατασκευάσουν ιστορίες συχνά πολύ πιο τρομαχτικές από ο,τι η αλήθεια που τους κρύβουμε.

Η προσωπικότητα του παιδιού συγκροτείται με την διαδοχική εσωτερίκευση των στάσεων των γονιών του, κατόπιν των σχημάτων επικοινωνίας που προβάλουν στην καθημερινή ζωή. το παιδί είναι προικισμένο με την δυνατότητα να μιμείται τις εκφράσεις και τις χειρονομίες των ενηλίκων χωρίς να καταλαβαίνει καν την σημασία τους. Πολύ γρήγορα, η μίμηση δεν είναι μόνο κινητική αλλά και συναισθηματική: το παιδί που μιμείται τις εκφράσεις του ενηλίκου τον οποίο παρατηρεί δοκιμάζει τα ίδια συναισθήματα. Επιπλέον, από το δεύτερο έτος αυτός ο μηχανισμός εμπλουτίζεται εν μέρει από αυτό που αποκαλούμε » από κοινού προσοχή «. Το παιδί στρέφει το βλέμμα του προς την ίδια κατεύθυνση με τον ενήλικο, κοιτάζει ο,τι κοιτάζει εκείνος εναρμονίζει τις εκφράσεις του και τα συναισθήματα του με εκείνα του ενήλικου… και νιώθει εν΄τέλει τα ίδια πράγματα γύρω από ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο. Τέλος, σε κάθε στάδιο το παιδί εσωτερικεύει τις λέξεις του που ακούει γύρω του, χωρίς μάλιστα πάντα να καταλαβαίνει το νόημα.

Οικογενειακά Μυστικά

Serge Tisseron

Εκδόσεις Άγρα

Posted in Uncategorized | Tagged | Σχολιάστε

Μαθηματα ζωης απο τον Ματθαιο Γιωσαφατ

Βίντεο | Posted on by | Tagged , , , | Σχολιάστε